Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010
ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Αλέξανδρος ο Μέγας ή Αλέξανδρος Γ' ο Μακεδών, Βασιλεύς Μακεδόνων, Ηγεμών της Πανελλήνιας Συμμαχίας κατά της Περσικής αυτοκρατορίας, των Φαραώ της Αιγύπτου, Κύριος της Ασίας και βορειοδυτικής Ινδίας, οι κατακτήσεις του οποίου αποτέλεσαν την θεμέλιο λίθο των βασιλείων των Επιγόνων του. Οι Αλεξανδρινοί χρόνοι αποτελούν το τέλος της κλασσικής αρχαιότητας και την απαρχή της περιόδου της παγκόσμιας ιστορίας γνωστής ως Ελληνιστικής. Υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους στρατηγούς της ιστορίας, που σε ηλικία μόλις 33 ετών είχε κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου (4ος αιώνας π.Χ.).Γεννήθηκε στην Πέλλα της Μακεδονίας τον Ιούλιο του έτους 356 π.Χ.. Γονείς του ήταν ο βασιλιάς Φίλιππος Β' της Μακεδονίας και η πριγκήπισσα Ολυμπιάδα της Ηπείρου. Πέθανε στην Βαβυλώνα, στο παλάτι του Ναβουχοδωνώσορα Β' στις 13 Ιουνίου του 323 π.Χ., σε ηλικία ακριβώς 32 ετών και 11 μηνών.
Βασιλιάς της Μακεδονίας, συνέχισε το έργο του πατέρα του, του Φιλίππου Β'. Ο Φίλιππος Β' ήταν ιδιαίτερα ικανός στρατηγός, πολιτικός και διπλωμάτης, αναμορφωτής του μακεδονικού στρατού και του μακεδονικού κράτους.
Ο Αλέξανδρος, ολοκλήρωσε την ενοποίηση των αυτόνομων ελληνικών πόλεων-κρατών της εποχής, και κατέκτησε σχεδόν όλο τον γνωστό τότε κόσμο (Μικρά Ασία, Περσία, Αίγυπτο κλπ), φτάνοντας στις παρυφές της Ινδίας....περισ.βλ.Βικιπαίδεια[Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010
ΑΙΣΩΠΟΣ
Είναι ο διασημότερος από τους αρχαίους μυθοποιούς, αναμφισβήτητος πατέρας του αρχαίου μύθου. Θεωρείται επίσης ο κορυφαίος της λεγόμενης διδακτικής μυθολογίας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι δεν έγραψε μήτε μια λέξη, αλλά όλους τους μύθους τους διηγιόταν προφορικά.
Η γέννησή του τοποθετείται τον 7ο αιώνα π.Χ, η δράση του όμως τον 6ο αιώνα π.Χ. και Όπως ακριβώς και με τον Όμηρο πολλές πόλεις και χώρες ερίζουν θέλοντάς τον δικό τους: τόπος καταγωγής του αναφέρεται η Φρυγία, ενώ σύμφωνα μ' άλλους γεννήθηκε στη Σάμο ή τη Θράκη, τις Σάρδεις, την Αίγυπτο ή και άλλες περιοχές της Αφρικής, όπως την Αιθιοπία, στηριζόμενοι στο ότι στις ιστορίες του εμφανίζονται ζώα άγνωστα τότε στην Ευρώπη και την Αφρική. Ο μεγάλος αριθμός των τόπων αυτών δικαιολογείται και από τα πολλά ταξίδια που φέρεται να έκανε ο Αίσωπος Μεταγενέστερες μαρτυρίες τον αναφέρουν να παίρνει μέρος στο συμπόσιο των Επτά σοφών και να ελέγχει με την ευφυολογία και τη σοφία του τους λόγους τους. Επίσης τον φέρουν στις Σάρδεις στην αυλή του βασιλιά Κροίσου, του οποίου ήταν ευνοούμενος και σύμβουλος. O Αίσωπος ήταν ταπεινής καταγωγής και πραγματικό τέρας ασχήμιας: μαυριδερός, καμπούρης, τραυλός, κοντόλαιμος, στραβοπόδης με μύτη πλακουτσωτή και κεφάλι τριγωνικό, αλλά παράλληλα ήταν ευφυέστατος. Παρ' ότι όσο ζούσε ήταν δούλος, οι Αθηναίοι του στήσανε αργότερα ανδριάντα, για να δείξουν έτσι ότι κάθε άνθρωπος αξίας, πρέπει, ανεξάρτητα από τη καταγωγή του να τιμάται. Ο Αίσωπος γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα, από οικογένεια δούλων, το 625 π.Χ., στο Αμόριο της Φρυγίας, ήταν δούλος του φιλόσοφου Ιάδμονα, έζησε στη Σάμο, ταξίδεψε στην Αίγυπτο και την Ανατολή και πέθανε στους Δελφούς, όπου είχε σταλεί από το βασιλιά Κροίσο γα να λάβει χρησμό του μαντείου το 560 π.Χ. Κατηγορήθηκε για ιεροσυλία και καταδικάστηκε σε θάνατο από ιεροδικαστές. Γκρεμίστηκε δε από τη κορφή του Παρνασσού. Σύμφωνα λοιπόν με μια εκδοχή, στάλθηκε από τον Κροίσο με προσφορές δώρων στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς, όπου, βλέποντας τις απάτες των εκεί ιερέων και την απληστία τους, τους κατηγόρησε με σαρκαστικό τρόπο. Εκείνοι, τότε, αποφάσισαν να τον θανατώσουν με δόλο. Πήραν λοιπόν από το ιερό του ναού μια χρυσή φιάλη και την έκρυψαν μες στις αποσκευές του. Στη συνέχεια τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο. Έτσι με τη σκηνοθετημένη κατηγορία τον καταδίκασαν σε θάνατο και τον σκότωσαν ρίχνοντας τον στον γκρεμό από την κορυφή του Παρνασσού, Υάμπεια. Αμέσως μετά τον θάνατό του έπεσε πείνα και δυστυχία στον τόπο. Με βάση μία άλλη εκδοχή, ο Αίσωπος ήταν δούλος κάποιου κτηματία που τον χρησιμοποιούσε σαν βοσκό. Μια μέρα, που είδε τον επιστάτη να χτυπά άδικα έναν άλλο δούλο, έτρεξε να τον βοηθήσει κι έτσι ο επιστάτης για να τον εκδικηθεί τον κατηγόρησε στον κτηματία, που τον πήγε στην αγορά της Εφέσσου για να τον πουλήσει. Εκεί, τον αγόρασε ο σοφός Ξάνθος από τη Σάμο, που εκτίμησε το έξυπνο βλέμμα του και τον πήρε μαζί του σα δούλο. Μαζί του άρχισε να ταξιδεύει και να γνωρίζει τον κόσμο. Στη συνέχεια ο Ξάνθος τον πούλησε στον επίσης Σάμιο σοφό Ιάδμονα. Αυτός εκτιμώντας τα πνευματικά χαρίσματά του και κυρίως την σοφία και την ευφυΐα του, τον απελευθέρωσε. Κάποτε έφτασε και στη περιοχή των Δελφών κι επισκέφθηκε το περίφημο Μαντείο. Ο Αίσωπος ειρωνεύτηκε τους ιερείς ότι μαντεύουν για να πλουτίζουν, και τους κατοίκους, ότι αντί να καλλιεργούν τα κτήματά τους και να φροντίζουν τα ζώα τους ζούσαν από τ' αφιερώματα των προσκυνητών. Αυτό του το θράσος εξόργισε τους ιερείς του Μαντείου οι οποίοι τον παγίδεψαν, βάζοντας ένα χρυσό ποτήρι στις αποσκευές του και κατόπιν τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο. Έτσι τον δίκασαν άδικα και τον καταδίκασαν σε θάνατο, ρίχνοντας τον από τις κορυφές των Φαιδριάδων, κάποια απόκρημνα βράχια, στον Παρνασσό. Σύμφωνα με τη παράδοση, ο Απόλλωνας τιμώρησε την αδικία τους στέλνοντας στους κατοίκους των Δελφών μεγάλη πείνα και λιμό, που θέρισε πολλούς κατοίκους. Αυτοί τότε για να εξιλεωθούν, έστησαν μια μαρμάρινη στήλη προς τιμήν του Αισώπου....
[Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια.]
ΑΙΣΧΙΝΗΣ
Ο ρήτορας Αισχίνης, (390-314 Π.Κ.Ε.), Αθηναίος στην καταγωγή, αλλά από ταπεινή οικογένεια, διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στο διδασκαλείο του γραμματιστή πατέρα του. Η ρητορική του δεινότητα, η φυσική ομορφιά και η εξαιρετική φωνή του, τον ανέδειξαν σε μεγάλο αντίπαλο του Δημοσθένη. Οι δύο ρήτορες ήταν μέλη της πρεσβείας που απέστειλαν οι Αθηναίοι στον Φίλιππο Β΄ το 348 Π.Κ.Ε. Αργότερα ο Δημοσθένης κατηγόρησε αβάσιμα τον Αισχίνη ότι δωροδοκήθηκε από τον Μακεδόνα βασιλέα. Ο Αισχίνης τότε έγραψε τον λόγο του κατά Τιμάρχου με τον οποίο υπερασπίστηκε αποτελεσματικά τον εαυτό του. Σύμφωνα με τον Γ. Κ. Κουρτίδη, ο Δημοσθένης, για να ευτελίσει τον αντίπαλό του Αισχίνη, του οποίου η μητέρα καταγόταν από τη Φρυγία, αναφέρει τον τρόπον με τον οποίον ο Αισχίνης προσευχόταν μαζί με την μητέρα του και τελούσε μαζί με τους μύστες τα Σαβάζια, ως εξής: «Ο Αισχίνης, έχων καταγωγήν και ανατροφήν δούλου και όχι ελευθέρου παιδός, ανήρ γενόμενος ανεγίνωσκε τας βίβλους εις την μητέρα του, τελούσαν τα μυστήρια, και τα άλλα παρεσκεύαζε, την μεν νύκτα νεβρίζων και κρατηρίζων και καθαίρων τους τελούμενους και σπογγίζων και τρίβων με τον πηλόν και τα πίτυρα ... Ο Αισχίνης αν και αρχικά υπήρξε ενάντιος Φιλίππου, εντάχθηκε τελικά στη φιλειρηνική παράταξη, κύριος εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε ο Ισοκράτης και πήρε το μέρος του Μακεδόνα, στρεφόμενος με μένος εναντίον του Δημοσθένη. Σκληρή κριτική για την πολιτική του αντιπάλου του άσκησε με τον λόγο του κατά Κτησιφώντος. Ο Αισχίνης έχασε τη δίκη και αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα. Κατέφυγε στη Ρόδο, όπου λέγεται ότι ίδρυσε διδασκαλείο και κατόπιν ταξίδεψε στη Σάμο. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο μετέβη στην Μικρά Ασία όπου έζησε ως επαγγελματίας σοφιστής
Εργα του:
Κατά ΤιμάρχουΠερί της Παραπρεσβείας
Κατά ΚτησιφώντοςΕπιστολαί
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010
ΑΙΣΧΥΛΟΣ
Δραματικός ποιητής, γεννήθηκε το 525 π.Χ. ή το 524 π.Χ. στην Ελευσίνα.
Ήταν γόνος του ευγενούς γαιοκτήμονα Ευφορίωνα, του γένους των Κοδριδών, ενώ παρουσιάστηκε νωρίς στους δραματικούς αγώνες, κατά την 70ή Ολυμπιάδα (499/496 π.Χ.), όταν διαγωνίστηκε εναντίον των δραματικών ποιητών Πρατίνα και του Χοιρίλου. Ήταν Αθηναίος πολίτης που μετείχε στις μάχες κατά των Περσών, ενώ είχε και δυο αδέλφια, που επίσης πολέμησαν στη μάχη του Μαραθώνα, τον Αμυνία και τον Κυναίγειρο. Ο τελευταίος μάλιστα πέθανε στον Μαραθώνα στη προσπάθεια του να κρατήσει με τα χέρια του, καθώς ήταν χειροδύναμος και πιθανότατα παλαιστής, ένα πλοίο των Περσών πριν βγει στα ανοιχτά. Αυτή η συμμετοχή του απηχεί στον θεατρικό και ποιητικό στίβο αυτή ακριβώς την ιστορική στιγμή της πόλεως, την ερμηνεύει ιδεολογικά, πολιτικά και φιλοσοφικά και ερμηνεύεται από αυτήν. Στο έργο του συμπυκνώνεται η έννοια του δικαίου, καθώς και η συνείδηση του ποιητή ως μαχόμενου πολίτη. Σύμφωνα με τον G. Thomson ο Αισχύλος ήταν οπαδός του Πυθαγόρα και τα δράματά του είναι γεμάτα πυθαγόρειες ιδέες. Ο ίδιος θεωρούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής του τη συμμετοχή του στη μάχη του Μαραθώνα, στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Όλα τα προηγούμενα πρέπει να εξετάζονται μαζί με την πιθανή συμμετοχή του στα Ελευσίνια Μυστήρια, στη λατρεία της Δήμητρας και της Περσεφόνης. Στην ακμή της ζωής του ταξίδεψε στη Σικελία, στην αυλή του Ιέρωνα, ενός ισχυρού άρχοντα που καλούσε μεγάλους καλλιτέχνες της εποχής του στις Συρακούσες. Εκεί πιθανολογείται ότι παρουσίασε για δεύτερη φορά τους Πέρσες. Ταξίδεψε και δεύτερη φορά στη Σικελία πιθανώς εξαιτίας της διαφωνίας του με το αθηναϊκό κοινό - όπως παρουσιάζεται σε ένα χωρίο στους Βατράχους του Αριστοφάνη. Πέθανε στη Γέλα το 456/455 π.Χ.. Λέγεται ότι σκοτώθηκε όταν δέχτηκε στο κεφάλι του μία χελώνα, την οποία είχε ρίξει από ψηλά ένας αετός, προκειμένου να σπάσει το καβούκι της και μετά να τη φάει. Οι Αθηναίοι εξασφάλισαν την υστεροφημία του μεγάλου δραματικού ποιητή, ψηφίζοντας νόμο σύμφωνα με τον οποίο επιτρεπόταν όποιος ήθελε να συμμετάσχει στον διαγωνισμό με έργα του Αισχύλου. Οι δύο γιοι του, Ευαίων και Ευφορίων, έγραψαν επίσης τραγωδίες, όπως και ο Φιλοκλής, γιος της αδελφής του. Ο Ευφορίων φέρεται ότι νίκησε μάλιστα και τον πατέρα του και τον Σοφοκλή στους δραματικούς αγώνες.
Από τα επιγραφικά στοιχεία που διαθέτουμε η πρώτη του νίκη στους δραματικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων σημειώνεται το 484 π.Χ. και την ακολούθησαν άλλες 12. Στο λεξικό Σούδα αναφέρονται 28 νίκες, γεγονός που οδηγεί στην υπόθεση ότι έργα του κέρδισαν την πρώτη θέση και μετά θάνατον, εφόσον βέβαια ο αριθμός 28 μας έχει παραδοθεί σωστά. Το 472 π.Χ. πήρε την νίκη στην Αθήνα με το έργο του Πέρσες. Το 468 π.Χ. διαγωνίστηκε με τον Σοφοκλή και πήρε τη δεύτερη θέση, αλλά τον επόμενο χρόνο (467 π.Χ.) νίκησε με τη Θηβαϊκή τριλογία και το 458 π.Χ. με την Ορέστεια. Έργα
ΑισχύλοςΑγαμέμνων (πρωτ. κείμενο)
Ευμενίδες (πρωτ. κείμενο)
Χοηφόροι (πρωτ. κείμενο)
Πέρσες (πρωτ. κείμενο)
Προμηθεύς Δεσμώτης (πρωτ. κείμενο)
Επτά επί Θήβας (πρωτ. κείμενο)
Ικέτιδες (πρωτ. κείμενο)
Το έργο Προμηθεύς Δεσμώτης αμφισβητείται ότι είναι του Αισχύλου. Τα έργα του επηρέασαν ανθρώπους της λογοτεχνίας και της πολιτικής. Μέσα σε αυτούς ήτανε ο Βίκτωρ Ουγκό, ο Λόρδος Βύρωνας, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε και ο Καρλ Μαρξ. Ακόμα ένας αστεροειδής, ο 2876 Aeschylus (Αισχύλος), πήρε το όνομα του από τον φημισμένο δραματοποιό.
[Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια]
ΑΘΗΝΑΊ'Σ
Η Αθηναΐς γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές του 5ου αιώνα. Ήταν κόρη του Λεόντιου, φιλοσόφου και καθηγητή της ρητορικής στην Ακαδημία Αθηνών. Ήταν καλλονή, αλλά και με βαθιά κλασική μόρφωση. Όταν ήταν είκοσι χρονών, πέθανε ο πατέρας της και άφησε όλη του την περιουσία στους γιους του, πιστεύοντας ότι με τα προσόντα της η τύχη θα της επιφύλασσε λαμπρό μέλλον. Η Αθηναΐς ζητάει τη φιλοξενία μιας θείας της, εγκαταστημένης στην Κωνσταντινούπολη κι εκείνη τη συμβουλεύει να προσφύγει για βοήθεια στην Αυγούστα Πουλχερία, την πανίσχυρη αδερφή του αυτοκράτορα Θεοδόσιου Β'. Η Πουλχερία μαγεύεται από την Αθηναΐδα και τη γνωρίζει στον Θεοδόσιο που την ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Η Αθηναΐς βαφτίζεται χριστιανή και παντρεύεται τον αυτοκράτορα. Πολύ σύντομα όμως η Πουλχερία αρχίζει να τη ζηλεύει βλέποντας στο πρόσωπό της έναν αντίπαλο που μπορεί να υπονομεύσει την επιρροή της στον αυτοκράτορα. Η ζήλια της κορυφώνεται όταν υποψιάζεται πως η Αθηναΐς έχει παράνομη σχέση με τον Μάγιστρο Παυλίνο, με τον οποίο είναι κρυφά ερωτευμένη. Ο ευνούχος Χρυσάφιος, έμπιστος της Πουλχερίας, παρακολούθησε την αυτοκράτειρα για να την ενοχοποιήσει και τελικά το σχέδιό του πετυχαίνει. Ο Παυλίνος δολοφονείται και η Αθηναΐς αποσύρεται στα Ιεροσόλυμα.
ΑΓΝΟΔΙΚΗ
Η Αγνοδίκη φέρεται ως η πρώτη καταγεγραμμένη στη παγκόσμια ιστορία γυναίκα που άσκησε επίσημα το επάγγελμα της μαίας.
Έζησε στην αρχαία Αθήνα κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα. Μέχρι των ημερών της οι νόμοι της Πολιτείας απαγόρευαν την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος από μέρους των δούλων, ιδιαίτερα δε από μέρους των γυναικών έστω και ελεύθερων. Λόγω δε των απαγορευτικών εκείνων νόμων πολλές γυναίκες ντρέπονταν να καλούν ιατρούς, άνδρες, όταν ασθενούσαν ακόμη και κατά τους τοκετούς, με συνέπεια να πεθαίνουν σε μεγάλο βαθμό οι επίτοκοι. Η Αγνοδίκη τότε, φορώντας ανδρικά ενδύματα, παρουσιάσθηκε ως νεαρός σπουδαστής και φοίτησε ιατρική πλησίον του περίφημου ιατρού της αρχαιότητας Ηρόφιλου όπου και εκπαιδεύτηκε στην ιατρική και μάλιστα με ειδίκευση στη γυναικολογία σημειώνοντας εκπληκτικές επιτυχίες, αν συνυπολογισθεί πως ήταν και η μόνη στην τότε Αθήνα, εμπιστευόμενη το μυστικό της στις πελάτισσές της.
Οι άρρενες ιατροί συνάδελφοί της, που συνέχιζαν να θεωρούν πως ήταν άνδρας κατέφυγαν τότε στα Δικαστήρια κατηγορώντας τον (την) ότι η φήμη του (της) ήταν προϊόν αθέμιτων σχέσεων με τις γυναίκες. Η Αγνοδίκη για να καταρρίψει την κατηγορία αυτή αναγκάσθηκε τότε ν΄ αποκαλύψει το φύλο της, αλλά και παρά την έκπληξη όλων κατηγορήθηκε ως παραβάτης των κειμένων νόμων.Έτσι ακολούθησε δεύτερη δίκη περισσότερο πολύκροτη από την πρώτη. Η Αγνοδίκη όμως έχοντας ισχυρούς υπερασπιστές της εποχής, ακόμη και συζύγους αρχόντων, επέτυχε όχι μόνο την πανηγυρική αθώωσή της, που πιθανώς εξ αυτού του γεγονότος να προήλθε ιστορικά το όνομά της, αλλά επίσης και την αναθεώρηση της κείμενης νομοθεσίας, επιτρέποντας έτσι, από τότε, στις γυναίκες της αρχαίας Αθήνας να σπουδάζουν την Ιατρική και να μετέρχονται το ιατρικό λειτούργημα
Απο:Βικιπαίδεια
ΑΓΑΡΙΣΤΗ
Κόρη του τυράννου της Σικυώνος Κλεισθένους ο οποίος ονειρευόταν να την παντρέψει με κάποιον γαμπρό από ονομαστό σόι. Έτσι όταν η Αγαρίστη έφθασε σε ηλικία γάμου, (που εκείνα τα χρόνια ήταν μεταξύ 16 και 18 χρονών), ο Κλεισθένης κάλεσε στο παλάτι του τα παλικάρια των πιο ονομαστών οικογενειών ολόκληρου του Πανελλήνιου και τους φιλοξένησε αρχοντικά επί μια βδομάδα, μελετώντας το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά κάθε υποψηφίου γαμπρού. Στην πρόσκληση του Κλεισθένη ανταποκρίθηκαν πολλοί, κάπου δεκατέσσερις. Ήρθαν υποψήφιοι από την Ιταλία, ο Σμινδυρίδης από τη Σύβαρη και ο Δάμασος από την Σίρη. Από την Επίδαμνο της Αδριατικής ήρθε ο Αμφίμνηστος Επιστρόφου, ήρθαν ακόμη ένας Αιτωλός, ένας Ηπειρώτης, ένας Θεσσαλός και ένας από την Ερέτρια της Ευβοίας. Από την Πελοπόννησο φυσικά ήρθαν οι περισσότεροι, πέντε γαμπροί, με επιφανέστερο τον Λεωκύδη, γιο του Φείδωνος, βασιλιά του Άργους. Ήρθαν και δυο Αθηναίοι, ο Ιπποκλείδης Τεισάνδρου και ο Μεγακλής Αλκμαίωνος.
Από την αρχή φάνηκε η υπεροχή του Ιπποκλείδη. Εκτός του ότι καταγόταν από τους Κυψελίδες της Κορίνθου, ήταν πιο όμορφος, πιο έξυπνος και πιο αθλητικός από όλους. Ήταν επίσης μεγάλος γλεντζές, αλλά αυτό για τους Έλληνες ήταν προσόν και όχι ελάττωμα. Την τελευταία βραδιά της φιλοξενίας, ο Κλεισθένης, που είχε σχεδόν καταλήξει στην επιλογή του Ιπποκλείδη, έκανε ένα αποχαιρετιστήριο γλέντι. Σ΄αυτό όμως το γλέντι, ο Ιπποκλείδης, που είχε πιεί περισσότερο από το κανονικό, μέθυσε για καλά, διέταξε έναν αυλητή να του παίζει και άρχισε να χορεύει μόνος του. Στην αρχή χόρεψε λακωνικούς χορούς, κατόπιν αττικούς, εν συνεχεία τον κόρδακα (ένα είδος τσιφτετέλι) και στο τέλος φώναξε και φέραν ένα μεγάλο τραπέζι, ανέβηκε επάνω του κι άρχισε να χορεύει πρώτα με τα πόδια κι ύστερα με τα… χέρια, στηρίζοντας το κεφάλι του στο τραπέζι και κουνώντας τα πόδια του στον αέρα στο ρυθμό της μουσικής (σημείωση: οι αρχαίοι Έλληνες δε φορούσαν σώβρακα και παντελόνια).
Ο Κλεισθένης, που από την αρχή του χορού παρακολουθούσε με μεγάλη δυσφορία τα καμώματα του μέλλοντος γαμπρού, στο σημείο αυτό έχασε την υπομονή του. Έξω φρενών σταμάτησε τον αυλητή και φώναξε στον χορευτή
-- Ω παι Τεισάνδρου, απόρχησαο γε μεν τον γάμον! (δηλαδή: γιε του Τεισάνδρου, με το χορό σου έχασες τον γάμο)
.. του Ιπποκλείδη δεν ίδρωσε το αυτί και απάντησε στον αμφιτρύωνά του
-- Ου φροντίς Ιπποκλείδη (δε σκοτίζεται ο Ιπποκλείδης)
Έτσι ο Κλεισθένης, αφού αποχαιρέτησε τους καλεσμένους του, δίνοντας στον καθένα τους (και στον Ιπποκλείδη) πλούσια δώρα, κράτησε για γαμπρό του τον άλλον Αθηναίο υποψήφιο, τον Μεγακλή, που τον πάντρεψε με την Αγαρίστη. Από το γάμο τους γεννήθηκε ένας γιος, που πήρε το όνομα του παππού του, ο Κλεισθένης Μεγακλέους και ο οποίος πρωτοστάτησε στην εκδίωξη των Πεισιστρατιδών και την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας στην Αθήνα. Μια κόρη του νεώτερου Κλεισθένη λεγόταν επίσης Αγαρίστη και ήταν η γιαγιά του Περικλή.
Απο:Βικιπαίδεια
ΑΓΑΛΛΙΣ
.
Η Αγαλλίς ήταν αρχαία Ελληνίδα γραμματικός και φιλόλογος από την Κέρκυρα, η οποία έζησε κατά τον 2ο αιώνα π.Χ.. Σώζονται ερμηνευτικές σημειώσεις της πάνω σε ομηρικά ζητήματα. Κατά τον Αθήναιο συγκεκριμένα, η Αγαλλίς έγραψε ότι η Ναυσικά, η κόρη του βασιλιά των Φαιάκων Αλκινόου στην Οδύσσεια, ήταν η πρώτη που εφεύρε και έπαιξε «το παιχνίδι της σφαίρας» (τόπι). Ορισμένοι πάντως, ξεκινώντας από δύο χωρία του «Λεξικού της Σούδας», υποθέτουν ότι ο Αθήναιος εννοεί κάποια «Αναγαλλίδα» στο απόσπασμα αυτό.
Ο «σχολιαστής» του Ομήρου και ο Ευστάθιος αναφέρουν αμφότεροι κάποιον γραμματικό με το όνομα «Αγαλλίας», επίσης Κερκυραίο και ομηρικό σχολιαστή, που μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο με την Αγαλλίδα, ή ίσως ο πατέρας της.
Κανένα από τα έργα της Αγαλλίδος δεν σώθηκε
ΠΗΓΗ.Βικιπαιδια
Η Αγαλλίς ήταν αρχαία Ελληνίδα γραμματικός και φιλόλογος από την Κέρκυρα, η οποία έζησε κατά τον 2ο αιώνα π.Χ.. Σώζονται ερμηνευτικές σημειώσεις της πάνω σε ομηρικά ζητήματα. Κατά τον Αθήναιο συγκεκριμένα, η Αγαλλίς έγραψε ότι η Ναυσικά, η κόρη του βασιλιά των Φαιάκων Αλκινόου στην Οδύσσεια, ήταν η πρώτη που εφεύρε και έπαιξε «το παιχνίδι της σφαίρας» (τόπι). Ορισμένοι πάντως, ξεκινώντας από δύο χωρία του «Λεξικού της Σούδας», υποθέτουν ότι ο Αθήναιος εννοεί κάποια «Αναγαλλίδα» στο απόσπασμα αυτό.
Ο «σχολιαστής» του Ομήρου και ο Ευστάθιος αναφέρουν αμφότεροι κάποιον γραμματικό με το όνομα «Αγαλλίας», επίσης Κερκυραίο και ομηρικό σχολιαστή, που μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο με την Αγαλλίδα, ή ίσως ο πατέρας της.
Κανένα από τα έργα της Αγαλλίδος δεν σώθηκε
ΠΗΓΗ.Βικιπαιδια
ΑΓΑΘΩΝ
Αθηναίος τραγικός ποιητής, φίλος του Ευριπίδη και του Πλάτωνα.
Έζησε περίπου την περίοδο 448 - 400 π.χ. Πατέρας του ήταν ο πλούσιος Αθηναίος Τησάμενος. Τον αναφέρει ο Αριστοφάνης στις Θεσμοφοριάζουσες, και ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο στο οποίο μαθαίνουμε ότι κέρδισε βραβείο για μια του τραγωδία (416 π.χ.). Πιθανότατα πέθανε στην αυλή του Αρχέλαου, βασιλιά της Μακεδονίας.Ο Αγάθων εισήγαγε διάφορες καινοτομίες στον ρυθμό και την μουσική. Η τραγωδία του «Ανθός» είναι η πρώτη τραγωδία στην αρχαία Ελλάδα που αντλεί το υλικό της από πραγματικά πρόσωπα, ενώ μέχρι τότε επεξεργάζονταν μόνο μυθικά γεγονότα.Σήμερα σώζονται λίγα αποσπάσματα από τους στίχους του, που έχουν τυπωθεί στο Nauck: Tragicorum graec. fragmenta (Λειψία 1856).
Πηγή: Βικιπαίδεια
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ
Τύραννος της Σικελίας επί 3 δεκαετίες. Γεννήθηκε στις Θέρμες το 361 π.Χ. και μαζί με τον κεραμέα πατέρα του μετανάστευσαν στις Συρακούσες, όπου αφού εργάσθηκε κι εκείνος αρχικά ως κεραμέας έγινε σύντομα στρατιωτικός. Με έναν πλούσιο γάμο και με το γόητρο που είχε στο στράτευμα, μπόρεσε και πήρε με τη βία την εξουσία των Συρακουσών και στη συνέχεια υπέταξε όλη τη Σικελία. Ήταν αυταρχικός, αλλά προχώρησε σε αναδασμό της γης, κατέγραψε νόμους, χάρισε χρέη των υπηκόων του και δημιούργησε ισχυρότατο στόλο. Πολέμησε με τους Καρχηδόνιους και πέθανε δηλητηριασμένος από τον εγγονό του το 289 π.Χ.
Πηγή: Βικιλεξικό
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)